Σάββατο, 11 Μαρτίου 2017

PORNO: 20 years of (NOT) Choosing Life


Καλώς τονά…. Δεν ήθελα πρώτο (??) post του 2017 να είναι κάτι τόσο mainstream όσο και κάτι τόσο αποτυχημένο εισπρακτικά (κόστισε 18 μύρια, λέγεται ότι κερδίζει ως τώρα…1,2 μύρια… στην Ιταλία επί παραδείγματι), όσο και προφανώς όψιμα retro, μιλώντας τουλάχιστον για την γενιά μου, των 40 something δλδ. Αλλά δεδομένου ότι για να το δω σε μια ανθρώπινη ώρα (για τους κωλόγερους που διατείνονται νυχτοπούλια τούτο μοιάζει υποκριτικό έ?) έχασα το μεγαλύτερο παιχνίδι του CL (ελληνιστί Τσου Λου), έως κ σήμερα that is, πρέπει να σημειώσω πως τελικά δεν το μετάνιωσα καθόλου κ είδα κάτι που έμοιαζε υπερβολικά οικείο, ένα προσωπικό κλείσιμο του ματιού, για μια γενιά ηρώων που μιλούνε βλαχοσκωτσέζικα και θεοποιούν τον Κρόιφ, τον Ιγκυ, τον Σων Κόννερυ κ τον James Bond του, θέλουν να φύγουν, να πετύχουν κάπου άλλου, κάπου που να είναι πιο ανθρώπινα. Η τελευταία προφανής επιλογή τους ήταν αυτή που τους καταδίκαζε? η κατανάλωση η ίδια? ο ντεντερμινισμός των επιλογών και της ταξικής διαστρωμάτωσης? Χωρίς να μπορώ να το εντοπίσω, υπήρχε κάτι δυσοίωνο πριν 20 χρόνια που να εγγυούνταν την αποτυχία, την καταστροφή, ακόμα και αν είναι αυτό – καταστροφή….

Είκοσι χρόνια μετά, ένα λογοτεχνικό sequel (PORNO) μετά, ήρθε η σειρά του Danny Boyle, κ των προ 20ετίας συντελεστών να φέρουν τον επίγονο στο ψηφιακό πανί….Δυστυχώς λοιπόν είναι η νέα ταινία του Danny Boyle, το ερέθισμα αυτό που με κάνει να βγω «από τα σκοτάδια της ηλεκτρονικής ανυπαρξίας» και να εναντιωθώ στον απόλυτα αγαπητό Κο Μήτση (@Αθηνόραμα) σε κάτι που προφανώς του διαφεύγει.
Και για να μην υπερβάλλω δεν είναι ότι διαφωνώ με το καταδικαστικό επιμύθιό του (Πηγη: Αθηνόραμα): «Πίσω από τις φλασάτες, στιλιστικά ευρηματικές εικόνες αυτή η γλυκόπικρη αίσθηση αναδύεται κατά στιγμές και το «T2» γίνεται συγκινητικό και ανθρώπινο. Κάτι κινηματογραφικά ουσιαστικό μα φευγαλέο, καθώς ο Μπόιλ κυνηγά την ουρά του προσπαθώντας να είναι διαρκώς νεωτεριστικός και απρόβλεπτος, ενώ το στόρι στο οποίο πατάει­ παραμένει διεκπεραιωτικό, χωρίς ουσιαστικό διηγηματικό ενδιαφέρον. Μερικές σκηνές είναι ξεκαρδιστικές (η σεκάνς των φανατικών προτεσταντών ), κάποιοι χαρακτήρες απλώς γραφικοί, πολλές συμπτώσεις εκβιαστικές, κάποιες ατάκες πανέξυπνες, η επιλογή των τραγουδιών χωρίς μεγάλη έμπνευση (από The Clash και Wolf Alice μέχρι Iggy Pop ) και ο νέος «Choose life» μονόλογος πομπώδης και διδακτικός. Καλώς ή κακώς, ταινίες που σημάδεψαν μια γενιά δεν μπορούν να επαναληφθούν παρά μόνο ως τραγωδία ή φάρσα.»  
Πρέπει όμως να επισημάνω τον προφανή φαρισαϊσμό της εξύμνησης του διαφορετικού (αν ήταν πράγματι η πρώτη ταινία τόσο μυθική, ή μιντιακά μετετράπη σε pop φαινόμενο) της πρώτης ταινίας, ή έστω της εξύμνησης του περιθωρίου που η ταινία απλώς επεσήμανε και σε όσους δεν είχαν στο γνωστικό τους πεδίο, εικόνες εξαθλίωσης του αστικού ιστού των λεγόμενων ανεπτυγμένων δυτικών κοινωνιών και στις σαφείς αποστάσεις που λαμβάνονται από την σημερινή, ειλικρινή, αν μη τι άλλο, συνέχιση της.
Στην πρώτη ταινία μας είχαν στείλει φοιτητές να σφυγμομετρούμε τις αντιδράσεις του νεολαιίστικου κοινού με προφανή την ανησυχία για την επιδραστικότητα ενός πολιτισμικού προϊόντος που δεν ήταν δυνατότερο από το π.χ. Sid & Nancy κ σε καμία περίπτωση δεν εξωράιζε την χρήση ενδοφλέβιων ναρκωτικών (όπως π.χ. έκανε ο ΘΕΟΣ Quentin με το βραβευμένο στις Κάννες Pulp Fiction του).
Η ομολογουμένως φιλμικά καλή, όσο και πρωτοπόρα για την εποχή της, πρώτη ταινία, εξυπηρέτησε ίσως και χωρίς να το θέλει περισσότερους ρόλους από απλά αυτούς της αισθητικής απόλαυσης, ή του ψυχαγωγικού (?) δίωρου ευαισθητοποίησης. Η – ξαναλέω – ειλικρινής 2η ταινία, παρότι εμφανώς εκμεταλλεύεται τον μύθο (ίσως και περισσότερο από ότι το κάνει το βιβλίο), εν τούτοις μας δείχνει με την πειστικότητα ενός boyhood επί παραδείγματι, την σύγχρονη αναπόδραστη αρά που περιτυλίγεται στην πλοκή ενός σύγχρονου τραγικού δράματος, όπως είναι, σε αυτή την περίπτωση, η ιστορία μιας παρέας που ακόμα κ αν δημογραφικά δεν ανήκει σε μια γενιά Χ (generation X), μοιάζει να είναι τόσο δυσοίωνα καταδικασμένη σε θλιβερό τέλος (εδώ που τα λέμε ξέρετε κανένα φυσικό τέλος που να είναι έστω εν μέρει γλυκό?). Η απόσταση μεταξύ της αποθέωσης στην μια και της γελοιοποίησης στην άλλη (που δεν ισχύει στο εξωτερικό imdb rating: 7,7stars tomatometer: 76% Fresh), μπορεί να κάνει με κομπλεξισμό, του τύπου μια φορά βγάζεις το Ace of Spades, δεν σου επιτρέπεται να το ξανακάνεις…. για τους ανέμπνευστους τούτο θεωρείται κάτι μάλλον σαν τυμβωρυχία…. Ή μπορεί να οφείλεται στην γενική πεποίθηση ότι ο πεσιμισμός ταιριάζει καλύτερα στα νιάτα, γιατί τα νιάτα, υπό φυσιολογικές συνθήκες, έχουν και συνέχεια, χρονική τουλάχιστον. Τι συνέχεια όμως να έχει η μέση ηλικία? Ή έστω τι γοητεία μπορεί να έχει η συνέχεια, μετά την μέση ηλικία? Για να μην επαναλάβουμε την θέση μας για την ωρίμανση και την σήψη, ας κρατήσουμε αυτό: μπορεί να ακούγεται πιο λογικός ο συσχετισμός μεταξύ του πεσιμισμού, της σήψης και της ωριμότητας (?) που επιβάλλεται, ή έστω, αναμένεται από την μέση ηλικία, ακούγεται εν τούτοις, πολλάκις περισσότερο δυσοίωνος, όταν αναφέρεται στην συγκεκριμένη καμπή της πορείας του Ανθρώπου προς τη Φθορά.
Και γιατί βγαίνω απολογητής? Εδώ έκατσα και ανέχτηκα ανθρώπους που αποθέωναν το Birdman κ το Reverend το ίδιο, ισχυριζόμενοι με τελείως τσουκαλέϊκο mentalité πως είναι ίδιου επιπέδου ταινίες επειδή υπογράφονται από τον ίδιο Δημιουργό…. Ίσως γιατί πιστεύω πως ο Ιναρίτου είναι από τους καλύτερους κινηματογραφιστές της γενιάς του κ αφού χρειάστηκε να κάνει το χατίρι στο Χόλλυγουντ κ να γυρίσει μια Αμερικάνικη ταινία, για τους νευρωσικούς φούσκες που κατοικοεδρεύουν στον κόσμο του κινηματογράφου και του θεάτρου, μόνο και μόνο για να γυρίσει μια πραγματικά ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ταινία, ωσάν να είναι ο Ταρκόφσκι, ο Μάλικ κ ο Πέκινπα μαζί, και να κάνει back 2 back (που λένε κ στο χωριό μου) σε βραβεία του Θείου Όσκαρ, ε τότε, μαγκιά του…
Μόνο που εδώ ο Danny είναι σαν να μου κλείνει το μάτι!! Από το πρώτο κίολας καρέ (όπως πιθανολογώ πως συνέβη και στη γενιά μου), χωρίς να έχω εμπειρίες από πιγκουίνους και καλόγερους, και φιξάκια – υπόθετα στην χειρότερη τουαλέτα της Σκωτίας, ούτε από rave κ χημικά ψυχότροπα, αλλά έχοντας από τότε, 20 χρόνια στην πλάτη, άλλοτε με ενσυναίσθηση και άλλοτε με πικρή, κλιμακούμενη, βιωματική εμπειρία για την ανεργία και την μαύρη εργασία, την περιθωριοποίηση, τα αδιέξοδα, τα ναρκωτικά, την προσδοκία για το φτιάξιμο/το βόλεμα, που πνίγεται σε άλλα, εφήμερα μα πειστικά φτιαξίματα/βολέματα, που ναρκώνεται, κοιμάται και ξυπνά χαιρέκακο, μόνο για να κλέψει από τον διπλανό του με τον οποίο μαζί, συνειδητά καταστράφηκε και ασυνείδητα, μεγάλωσε μαζί του, ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΑ τι έβλεπα, σαν να μουν, λες, σε ένα ιδιωτικό inside joke, που το "έπιανα" μόνος εγώ κ οι ομοίοι μου. Η προβολή συνεχίζονταν και εγώ συνέχιζα να νιώθω όλο και πιο οικεία με ένα αίσθημα καλοδεχούμενου Deja-vu, απέναντι σε χαρακτήρες, σε ήρωες, σε περιστάσεις, σε βιτρίνες κ στάσεις ζωής. Συνέχιζα να αναγνωρίζω με άνεση και όχι απαραίτητα σινεφιλική γνώση, στα σοκάκια του Εδιμβούργου, τα στενά που γνώριζα πως είναι στα Πατήσια, στην Πατέλα και στην Αλικαρνασσό, τους ήρωες, τον Red, τον Spud κ τον Sick-boy να συναδελφώνονται με το Νικηφόρο, τον Μορτυ13 και την Κατερίνα κ να κλαίνε την κοινή τους μοίρα, όσοι από αυτούς ακόμη αναπνέουν, «σ’ ένα υπόγειο βαθύτερο από τούτο» που λέει και η Ρίτα Μπούμη-Παππά.
Ναι, ο Ιγκυ, το Ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο, η μυρωδιά της αποτυχίας, το παιδικό δωμάτιο και η οδυνηρή (?) αναγκαστική επιστροφή στις ταπετσαρίες με τα ατελείωτα (όπως φαίνονταν σ’ ένα παιδί κάποτε ο χρόνος) τραινάκια που κάποτε μετρούσε για να το παίρνει ο ύπνος το βράδυ και όταν μεγάλωσε (μα λίγο ως φάνηκε) τα ενσωμάτωνε, με ασφάλεια και άνεση στα παραληρήματα του, οι ίσκιοι πάντα από πάνω από την ζωή του καθένα να θυμίζουν την θλίψη της ενοχής και το βάρος των τύψεων, ακόμα και τα σκωπτικά γελάκια περιφρόνησης στην αστική ευδαιμονία της κατανάλωσης… Όλα, είναι παρόντα, όσο και αν φαίνονται συγκυριακά και ασύνδετα, όλα μου έκλειναν συνωμοτικά το μάτι, και εγώ αντιδρούσα με εκείνο το μειδίαμα και την ασυνείδητη γλώσσα του σώματος, όπως αυτό εκφράζεται μπροστά στα φαντάσματα του παρελθόντος που λησμονήσαμε να θυμόμαστε, ή που επιλέξαμε να ξεχνούμε. Και όλα έρχονται για να καταδείξουν με απόλυτα αρχαιοελληνικό, ντετερμινιστικό τρόπο, την κατάντια της μοιραιότητας, την σύγχρονη, μα εξίσου αναπόδραστη, αρά που δεν έχει να κάνει με το κλασσικό μονοπάτι της ύβρεως και της νεμέσης, από / προς κάτι το υπερβατικό, γιατί έτσι πρέπει. Εδώ η νέμεση υπάρχει γιατί μπορεί, ή γιατί έτσι!! Ακόμα και αν προκύπτει προφανής η σχέση μεταξύ αίτιου – αιτιατού, είναι σίγουρο πως κανένα υπερβατικό δεδομένο/μεταβλητή, δεν επηρεάζει τη νομοτέλεια της κατάληξης των πρώιμων επιλογών, που αποδεικνύουν, αν μη τι άλλο, πως οι Άνθρωποι, όσο έλλογοι και γεμάτοι δυνατότητες και αν επαίρονται πως δυνητικά είναι, δεν δύνανται ουσιαστικά να αλλάξουν από αυτό που αρχικά επέλεξαν να (ή επελεγή γι αυτους να) ΕΙΝΑΙ, όσο αγνές, ευγενικές και τρανές να είναι οι προθέσεις τους. Και κυριότερα ακόμη, γίνεται πασίδηλο πως ακόμα και αν κάποιοι Άνθρωποι καταφέρουν και αλλάξουν τα δεδομένα των επιλογών τους, αυτή η αλλαγή δεν θα έχει κανένα απολύτως νόημα αν συμβεί σε ένα περιβάλλον που δεν θα έχει ούτε κατ’ ελάχιστο αλλάξει και αυτό…Επομένως όποια αλλαγή σε τέτοιο άκαμπτο περιβάλλον είναι εφικτή μόνο εφόσον αυτή εξυπηρετεί τα συμφέροντα του συστήματος που εκθρέφει τέτοιες παθολογίες. Και τούτο θα σήμαινε την ολοκληρωτική εξολόθρευση των αντι ηρώων της ταινίας...Αν λοιπον αυτό δεν είναι τραγωδία με την κλασσική έννοια και μάλιστα χωρίς κάτι το υπερβατικό να την επιβάλλει, με την ίδια νομοτέλεια που μόνο το φυσικό τέλος διαθέτει, τότε τί είναι τραγωδία? και γιατί αυτή η συνέχεια να μην είναι τραγική με αυτή την έννοια? γιατί αγαπητέ κύριε Μήτση εσεις δεν εννοείτε τραγική την όποια συνέχεια ενός μύθου με αυτούς ακριβώς τους όρους. Και το λέω αυτό, γιατί παρά την φαινομενική ελαφρότητα της, κυρίως και σε αναλογία με την πρώτη ταινία, σίγουρα η ταινία δεν είναι κατ' αντιστοιχία, "φάρσα", αν και διαθέτει αρκετό χιούμορ.

Επομένως παρ' ότι έχει δίκιο ο Κος Μήτσης που λέει ότι παρουσιάζεται αίφνης στα γηρατειά του ο Red κ διδακτικός, εν τούτοις δεν φαίνεται να εντυπωσιάζεται απο την δύναμη των μηνυμάτων του (ναι ο ίδιος που πιθανόν να θεώρησε το Biutiful αριστούργημα - που είναι)… όπως δεν φαίνεται γενικά κανείς να έχει εντυπωσιαστεί από το προφανέστατο, προς αποφυγήν, παράδειγμα του τύπου που "δεν βάζει χημεία στον οργανισμό του" και αποδεικνύεται πιο επικίνδυνος, για το σύνολο τουλάχιστον, απ' όλους τους υπόλοιπους (αυτό κ αν είναι μήνυμα από μόνο του). Που να πιάσει κανείς εδώ και την λελογισμένη συνέχεια, που χωρίς να τον δικαιώνει τελικά, εντούτοις τον εξανθρπίζει αρκετά σε σχέση με το ζώο που εκ φύσεως θέλει και γνωρίζει πως να είναι. Ίσως ένα τέτοιο παράδειγμα, ακραίο στην μετριοπάθεια του, απλά να μην αρκεί, για να χαρακτηρίσει μια τέτοια ταινία ηθικοδιδακτική (με την κακή την έννοια) και πάλι καλά. 
Επομένως, ίσως να ενδιαφέρει τον κύριο Μήτση να μάθει (λέμε τώρα) εμένα τι μου «δίδαξε»: Εμένα λοιπόν μου "δίδαξε" πως δεν έχει όντως νόημα να επιλέγεις ζωή / choose life, όταν είναι αυτή η ζωή / life, σε αυτή την κοινωνία που όλοι γνωρίζουμε (δεν είχε νόημα κ στην 1η ταινία αν δεν απατώμαι), 
Μου "δίδαξε" επίσης πως ο πόθος για ζωή, μερικές φορές είναι δυνατότερος από την ίδια την ΖΩΗ και πως, 
πρεζάκιας θα πρέπει να θεωρείται αυτός που είναι ανίκανος να μάθει είτε από τα δικά του, είτε από των διπλανών του, τα λάθη. Επομένως, υπάρχουν πολλά "πρεζάκια" αναμεσά μας ακόμα και αν δεν κάνουν χρήση ηρωίνης. 
Α κ δεν νομίζω να χρειάζεται κ όλας να πίνεις για να φτάσεις στα συμπεράσματα αυτά κ αν αυτά είναι και διδακτικά κ αν αυτό είναι και κακό τότε..μην πάτε να την δείτε γιατί θα χάσετε ένα δίωρο βλέποντας αυτά που προφανώς ξέρετε!!! Είπαμε ο μηδενισμός πουλάει όταν πουλάς μούρη, μα για να πουλάς έτσι μούρη, οφείλεις να γνωρίζεις πως νομιμοποιείσαι να το κάνεις, ΜΟΝΟ εφόσον πίνεις...Σίγουρα λοιπόν "ταινίες που σημάδεψαν μια γενιά δεν μπορούν να επαναληφθούν" και κανείς δεν πρέπει να το αναμένει. Την τιμιότητα της προσπαθούμε κάθε φορά να εξακριβώνουμε και την αναγκαιότητα ύπαρξης της. Και στα 2 βρίσκουμε την ταινία να διαθέτει αρκούντως πειστικά επιχειρήματα. Άλλωστε ελάχιστα είναι τα sequel που τιμούν το πρωτοτυπο και αυτό το κάνει με επάρκεια και την απαιτούμενη μινιμαλιστική τυμβωρυχία στο αρχετυπικό πρωτοτυπο (είτε για λόγους διήγησης, είτε για λόγους σινεφιλικών αναφορών). Και το κάνει μάλιστα με προφανή άνεση και με αιτία. Υπάρχει άραγε λόγος να δούμε τι γίνεται μετά, ή συγκλονιστήκαμε αρκετά, ως γνήσιοι μεσοαστοί, από τα πεπραγμένα μιας τυχαίας κομπανίας περιθωριακών, που με άνεση θα μπορούσε να είναι και δική μας?? Έλα ντε..
Κ όσο το γιατί αισθάνομαι πως πρέπει να απολογηθώ υπερ της συγκεκριμένης ταινίας είναι ίσως επειδή διαισθάνομαι πως έχω μεγαλύτερη φιλμική συγγένεια με αυτή την ετερόκλητη και συγκυριακή παρέα, παρά με οτιδήποτε άλλο έχει κυκλοφορήσει στις σκοτεινές αίθουσες την τελευταία εικοσαετία, έστω και αν εξίσου γουστάρω, έστω κ αν εξίσου μπορώ να οικειοποιηθώ, τους χαρακτήρες με τους οποίους ασχολείται το εμπορικό Χόλλυγουντ το ίδιο χρονικό διάστημα...Ναι κύριε Μήτση, περισσότερο και από τον Spiderman, περισσότερο από τον Skywalker και τον Μπρους Γουέιν, μπορώ να αντιληφθώ και να συμπάσχω με τον Μαρκ Ρέντον και την παρέα του..Και αυτό, όπως και να έχει αποτυπωθεί στο σελιλόιντ (που όλοι μπορούμε να συμφωνήσουμε πως έχει γίνει με κάποια ορισμένη αισθητική επάρκεια, ανεξαρτήτως άλλης, αξιολογητικής, τεχνικά και αισθητικά, υποκειμενικής κρίσης) διαθέτει δυναμική από μόνο του...Την δυναμική της αδιαμφισβήτης αλήθειας του σήμερα...Δηλαδή ειλικρινές, ποπ και συχρονισμένο με την εποχή του, σινεμά βεριτέ...


Related Posts

With This Life, What Would U Expect??



Δημοσίευση σχολίου